παροξύνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παροξύνω < παρά + οξύνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παροξύνω

  1. χειροτερεύω ερεθισμό
  2. επιμένω σε μια πράξη που χειροτερεύει τη κατάσταση
  3. ενεργώ πεισματικά ακολουθώντας συναισθηματική/σαρκική παρόρμηση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]