παροχέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παροχέας παροχείς
γενική παροχέα παροχέων
αιτιατική παροχέα παροχείς
κλητική παροχέα παροχείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παροχέας < αρχαιοελληνικό παροχεύς < παρέχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παροχέας αρσενικό

  • φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει κάτι (π.χ. προϊόν, υπηρεσία κ.ά.)
Η λέξη χρησιμοποιείται ως προσδιοριζόμενο συνθετικό σε πολλούς σύγχρονους όρους όπως παροχέας υπηρεσίας, παροχέας δικτύου, παροχέας υπηρεσιών διαδικτύου (ISP) κ.ά.

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[]


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]