Μετάβαση στο περιεχόμενο

παροχή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παροχή οι παροχές
      γενική της παροχής των παροχών
    αιτιατική την παροχή τις παροχές
     κλητική παροχή παροχές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παροχή < αρχαία ελληνική παροχή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παροχή θηλυκό

  1. (φυσική) όγκος του ρευστού, υγρού ή αέριου ο οποίος διέρχεται από έναν αγωγό στη μονάδα του χρόνου
  2. το αποτέλεσμα του παρέχω, είτε πρόκειται για φυσικά αγαθά είτε για υπηρεσίες
      Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμαρτύρεται, θα λέει ότι είναι αδικημένος, θα κάνει κριτική. (Οι «ψεύτικες νίκες» και οι ηγέτες της αποχής, serreslife.gr, ανακτήθηκε στις 14/8/2025 )
  3. αγωγός νερού, φυσικού αερίου

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]