παρτίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρτίδα παρτίδες
γενική παρτίδας παρτίδων
αιτιατική παρτίδα παρτίδες
κλητική παρτίδα παρτίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρτίδα < βενετική partida.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /paɾ.ˈti.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρτίδα θηλυκό (πληθυντικός : παρτίδες)

  1. μέρος ενός όλου, κομμάτι ενός συνόλου, που αποτελείται από αντικείμενα με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό
    οι τρεις τελευταίες παρτίδες από τα ανταλλακτικά που παραγγείλαμε είχαν όλες ελαττωματική συσκευασία
  2. φιλική αντιμετώπιση αντιπάλων, κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού
    παίζαμε μια παρτίδα τάβλι
  3. (συνήθως στον πληθυντικό) συναλλαγή, δοσοληψία, αλισβερίσι
    έχει παρτίδες με τη μαφία
    δεν θέλω να έχω καμιά παρτίδα μαζί του πλέον

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]