παρών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: πάρων

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παρών παρούσα παρόν
γενική παρόντος παρούσας
παρούσης
παρόντος
αιτιατική παρόντα παρούσα παρόν
κλητική παρών παρούσα παρόν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παρόντες παρούσες παρόντα
γενική παρόντων παρουσών παρόντων
αιτιατική παρόντες παρούσες παρόντα
κλητική παρόντες παρούσες παρόντα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρών < αρχαία ελληνική παρών, μετοχή ενεστώτα του πάρειμι

Επίθετο[επεξεργασία]

παρών, -ούσα, -όν

  1. που παρευρίσκεται σε κάποιο σημείο ή σε κάποια συνάθροιση
  2. που συμβαίνει στο παρόν
  3. για τον οποίο συζητούμε τώρα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]