Μετάβαση στο περιεχόμενο

πασίχαρος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πασίχαρος η πασίχαρη το πασίχαρο
      γενική του πασίχαρου της πασίχαρης του πασίχαρου
    αιτιατική τον πασίχαρο την πασίχαρη το πασίχαρο
     κλητική πασίχαρε πασίχαρη πασίχαρο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πασίχαροι οι πασίχαρες τα πασίχαρα
      γενική των πασίχαρων των πασίχαρων των πασίχαρων
    αιτιατική τους πασίχαρους τις πασίχαρες τα πασίχαρα
     κλητική πασίχαροι πασίχαρες πασίχαρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πασίχαρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πασίχαρος. Μορφολογικά αναλύεται σε πασί- (< αρχαία ελληνική πᾶς) + χαρ- (< χαίρομαι) + -ος

Επίθετο

[επεξεργασία]

πασίχαρος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Κρητικά (el-crt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πασίχαρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πασίχαρος

Επίθετο

[επεξεργασία]

πασίχαρος, -η, -ο

  • Κασσωτάκης, Μιχάλης (2021). Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα: Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018) pdf σελ.622



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πασίχαρος < πασί- + χαίρομαι + -ος
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: πασίχαρος

Επίθετο

[επεξεργασία]

πασίχαρος

  • πασίχαρος
      16ος/17ος αιώνας Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Ε στίχ. 788 (787-788) σελ. 318 Νικόλαος Γλυκύς, Εν Βενετία: Παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων, 1813 / σελ. 267, Εν Βενετία: Εκ του τυπογραφείου του Αγίου Γεωργίου, 1860.
    Τὰ πάθη πλιὸ δὲν κοιλαδεῖ τὸ πικραμένο ἀηδόνι,
    Ἀμὴ πετᾷ πασίχαρον, μʼ ἄλλα πουλιὰ σημώνει.
      16ος/17ος αιώνας Γεώργιος Χορτάτσης, Πανώρια, Πράξη Β', στίχ. 314 (311-315)
    Γιὰ τοῦτο, ἀνὲν καὶ πεθυμῶ κʼ ἐγὼ φτωχὸς μετά σου,
    συρμένος ἐκ τὰ κάλλη σου κιʼ ἀποῦ τὴν ὀμορφιά σου,
    νὰ σμίξω, νʼ ἀνακατωθῶ, μιὰ σάρκα νὰ γενοῦμε
    καὶ δυὸ ψυχὲς πασίχαρες σʼ ἕναν κορμὶ νὰ μποῦμε,
    πρέπει κʼ ἐσὺ νὰ μʼ ἀγαπᾶς, πρέπει νὰ μοῦ ʼχης χάρη
    Εμμανουήλ Κριαράς, Γεωργίου Χορτάτση, Πανώρια. Κριτική έκδοση με εισαγωγή, σχόλια και λεξιλόγιο Εμμανουήλ Κριαρά, Βυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 100
      16ος/17ος αιώνας Γεώργιος Χορτάτσης, Ερωφίλη, τραγωδία, Πράξη Β', στίχ. 330 (327-330) @anemi.lib.uoc.gr
    μιὰ κορασίδα εὐγενικὴ παρὰ γυναῖκαν ἄλλη
    μὲ δίχως ’ταῖρι τσ’ ὀμορφιᾶς κ’ εἰς τὰ περίσσα κάλλη
    τσ’ ἐλπίδες τσ’ εἶχεν εἰς ἐμὲ κι’ ὅλη τση τὴν ἀγάπη
    κι’ ὁλημερνῆς πασίχαρο μ’ ἐκράτιε τὸν ἀζάπη·
    Η Ερωφίλη :Τραγωδία /Γεωργίου Χορτάτση, εκδιδομένη υπό Κ. Ν. Σάθα.Εν Βενετία :Τύποις Φοίνικος,1878, σελ. 66.
      17ος/18ος αιώνας, Πέτρος Κατσαΐτης, Ιφιγένεια, Πράξη Τρίτη, στίχ. 52 (51-52)
    [ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ] Τὶς ἔγνοιες, θυγατέρα μου, ἐξόρισʼ ἀπὸ ἐμένα
    κιʼ ὅσο μπορῶ πασίχαρος φαίνομαι πρὸς ἐσένα.
    Εμμανουήλ Κριαράς, Κατσαΐτης: Ιφιγένεια - Θύεστης, Κλαθμός Πελοποννήσου, ανέκδοτα έργα. Κριτική έκδοση με εισαγωγή, σημειώσεις και γλωσσάριο, Αθήνα 1950, (1η έκδοση), σελ. 44

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]
  • πασίχαρες (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού θηλυκού γένους)
  • πασίχαρο (αιτιατική ενικού αρσενικού γένους)
  • πασίχαρον (ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού ουδετέρου γένους)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]