πασαλειμμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πασαλειμμός πασαλειμμοί
γενική πασαλειμμού πασαλειμμών
αιτιατική πασαλειμμό πασαλειμμούς
κλητική πασαλειμμέ πασαλειμμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πασαλειμμός < πασαλείβω + -μός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πασαλειμμός αρσενικό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]