πασαρέλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πασαρέλα < βενετική passarella

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοντέλα στην πασαρέλα

πασαρέλα θηλυκό

  1. υψωμένη επιφάνεια πάνω στην οποία τα μοντέλα περπατούν μπροστά από το κοινό σε επίδειξη μόδας
  2. χώρος στον οποίο περνάνε πολλές κι όμορφες κοπέλες σε κοινή θεά τρίτων
    η παραλία έγινε σωστή πασαρέλα το Σαββατοκύριακο
  3. το να περπατάει κάποιος/α μπροστά στο κοινό σε επίδειξη μόδας
    εκεί που έκανε πασαρέλα, πάτησε το φόρεμά της και παραλίγο να το σκίσει

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]