Μετάβαση στο περιεχόμενο

πασιφανής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πασιφανής η πασιφανής το πασιφανές
      γενική του πασιφανούς* της πασιφανούς του πασιφανούς
    αιτιατική τον πασιφανή την πασιφανή το πασιφανές
     κλητική πασιφανή(ς) πασιφανής πασιφανές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πασιφανείς οι πασιφανείς τα πασιφανή
      γενική των πασιφανών των πασιφανών των πασιφανών
    αιτιατική τους πασιφανείς τις πασιφανείς τα πασιφανή
     κλητική πασιφανείς πασιφανείς πασιφανή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πασιφανής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πασιφανής < πασι- (πᾶσι, δοτική πληθυντικού τού πᾶς) + φαν- (< φαίνω/φαίνομαι) + -ής

Επίθετο

[επεξεργασία]

πασιφανής

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις πας και φαίνομαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
 δείτε τη λέξη ολοφάνερος



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / πασιφανής τὸ πασιφανές
      γενική τοῦ/τῆς πασιφανοῦς τοῦ πασιφανοῦς
      δοτική τῷ/τῇ πασιφανεῖ τῷ πασιφανεῖ
    αιτιατική τὸν/τὴν πασιφαν τὸ πασιφανές
     κλητική ! πασιφανές πασιφανές
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ πασιφανεῖς τὰ πασιφαν
      γενική τῶν πασιφανῶν τῶν πασιφανῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς πασιφανέσ(ν) τοῖς πασιφανέσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς πασιφανεῖς τὰ πασιφαν
     κλητική ! πασιφανεῖς πασιφαν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πασιφανεῖ τὼ πασιφανεῖ
      γεν-δοτ τοῖν πασιφανοῖν τοῖν πασιφανοῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'συνεχής' όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πασιφανής < πασι- + φαν- (< φαίνω/φαίνομαι) + -ής


ζητούμενο λήμμα