πασμίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πασμίνα οι πασμίνες
      γενική της πασμίνας των πασμίνων
    αιτιατική την πασμίνα τις πασμίνες
     κλητική πασμίνα πασμίνες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πασμίνα < αγγλική pashmina < περσική پشمینه‎ (pašmina, μάλλινος) < پشم

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πασμίνα θηλυκό

  • (ενδυμασία) ορθογώνιο κομμάτι υφάσματος που μπορεί να φορεθεί ως σάλι ή κασκόλ, είναι σχετικά φαρδύ και έχει συνήθως μεταξωτή υφή

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]