πασπατεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πασπατεύω < μεσαιωνική ελληνική πασπατεύω (< αρχαία ελληνική πασπάλη (;))

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πασπατεύω

(λαϊκότροπο) (οικείο)
  1. αγγίζω με τα ακροδάχτυλα προσπαθώντας να το(ν) ανιχνεύσω, να το(ν) διερευνήσω
    Δε μας άκουσε που πασπατεύαμε τα ετοιμόρροπα συρτάρια για να βρούμε το κλειδί του υπογείου. (Γιάννης Ξανθούλης, Το πεθαμένο λικέρ)
  2. ψαχουλεύω, αγγίζω απαλά
  3. (κατ’ επέκταση) αγγίζω ερωτικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]