παστουρμάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παστουρμάς παστουρμάδες
γενική παστουρμά παστουρμάδων
αιτιατική παστουρμά παστουρμάδες
κλητική παστουρμά παστουρμάδες
παστουρμάς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παστουρμάς < τουρκική pastırma

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παστουρμάς αρσενικό

  1. είδος αλλαντικού που αποτελείται από πιεσμένο, παστωμένο και ψημένο κρέας το οποίο περιβάλλεται από στρώμα μπαχαρικών με έντονη και χαρακτηριστική μυρουδιά

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]