πασχαλίτσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Μία πασχαλίτσα(1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πασχαλίτσα πασχαλίτσες
γενική πασχαλίτσας
αιτιατική πασχαλίτσα πασχαλίτσες
κλητική πασχαλίτσα πασχαλίτσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πασχαλίτσα < πασχαλιά + -ίτσα < Πασχαλιά < ελληνιστική κοινή Πάσχα < αραμαϊκά פסחא < εβραϊκή, פסח (pesakh)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πασχαλίτσα θηλυκό

  1. (εντομολογία) είδος εντόμου που ανήκει στην οικογένεια Coccinellidae των σκαθαριών, τάξη κολεόπτερα· έχει κόκκινο χρώμα με μαύρα στίγματα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λαμπρίτσα
  2. (οικείο) (θρησκεία) η Θεία Κοινωνία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]