πασχαλιάτικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πασχαλιάτικος πασχαλιάτικη πασχαλιάτικο
γενική πασχαλιάτικου πασχαλιάτικης πασχαλιάτικου
αιτιατική πασχαλιάτικο πασχαλιάτικη πασχαλιάτικο
κλητική πασχαλιάτικε πασχαλιάτικη πασχαλιάτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πασχαλιάτικοι πασχαλιάτικες πασχαλιάτικα
γενική πασχαλιάτικων πασχαλιάτικων πασχαλιάτικων
αιτιατική πασχαλιάτικους πασχαλιάτικες πασχαλιάτικα
κλητική πασχαλιάτικοι πασχαλιάτικες πασχαλιάτικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πασχαλιάτικος < πασχαλιά + -άτικος < Πασχαλιά < ελληνιστική κοινή Πάσχα < αραμαϊκά פסחא < εβραϊκή, פסח (pesakh)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πασχαλιάτικος, -η, -ο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]