πασχαλιόγιορτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική πασχαλιόγιορτα
γενική πασχαλιόγιορτων
αιτιατική πασχαλιόγιορτα
κλητική πασχαλιόγιορτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πασχαλιόγιορτα < Πασχαλιά (< μεσαιωνική ελληνική πασχαλία, θηλυκό του πασχάλιος < ελληνιστική κοινή Πάσχα < αραμαϊκά פסחא < εβραϊκή פסח) + -ο- + γιορτή +

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πασχαλιόγιορτα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • οι (λαϊκές) γιορτές που γιορτάζονται ανήμερα του Πάσχα και μέσα στη Διακαινήσιμο Εβδομάδα καθώς και τα σχετικά τραγούδια που τότε τραγουδιούνται και οι κύκλιοι χοροί που τότε χορεύονται
    Τα Πασχαλιόγιορτα περιλαμβάνουν παραδοσιακά τραγούδια του Μεγαλοβρύσου με αντίστοιχο χαρακτηριστικό χορό. Τα τραγούδια, που συνοδεύουν τον χορό, είναι δημοτικά, χορωδιακά, χωρίς μουσική και έχουν τις ρίζες τους βαθιά στο παρελθόν της ιστορίας του χωριού. (...) Tα Πασχαλιόγιορτα χορεύονταν παλιά από τους Μεγαλοβρυσιώτες όλες τις ημέρες του Πάσχα μετά την Αναστάσιμη απογευματινή λειτουργία στα προαύλια των εκκλησιών του χωριού. Περισσότερο, όμως, ξεχώριζε η Τρίτη Ημέρα του Πάσχα, όπου μετά την τελευταία λειτουργία της Ανάστασης στον ιερό ναό του Αγίου Αθανασίου, ο χορός των Πασχαλιόγιορτων ήταν ο πιο μεγαλοπρεπής. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]