πατ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατ < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πατ ουδέτερο άκλιτο

  • (σκάκι) η περίπτωση που ένας παίκτης δεν διαθέτει καμία νόμιμη κίνηση αλλά ο βασιλιάς του δεν απειλείται (σαχ). Έτσι, ενώ στο ματ ο αγώνας λήγει αμέσως με νίκη του παίκτη που το πετυχαίνει, στο πατ η παρτίδα λήγει αμέσως με ισοπαλία.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • πατ στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]