Μετάβαση στο περιεχόμενο

παταράτσο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παταράτσο τα παταράτσα
      γενική του παταράτσου των παταράτσων
    αιτιατική το παταράτσο τα παταράτσα
     κλητική παταράτσο παταράτσα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παταράτσο < (άμεσο δάνειο) βενετική patarazzo

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παταράτσο ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]