πατινάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πατινάδα οι πατινάδες
      γενική της πατινάδας των πατινάδων
    αιτιατική την πατινάδα τις πατινάδες
     κλητική πατινάδα πατινάδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατινάδα < μαντινάδα (με επίδραση του πατινός < πάτος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πατινάδα θηλυκό

  1. είδος ερωτικού τραγουδιού (που αρχικά τραγουδιόταν στον πάτο/τέλος στα γλέντια)
    • Θέλησα να σου κάμω μια πατινάδα, κυρά μου· μονάχη σου το ζήτησες… Είπες, γιατί να μην παίζω, όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν οι μερακλήδες. Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο γείτονας με το λαγούτο)
    • Η πατινάδα αποτελεί μία από τις βασικότερες κατηγορίες λαϊκών τραγουδιών της Απειράνθου και της Νάξου γενικότερα. Ανήκει στην ευρύτερη θεματική κατηγορία των εύθυμων τραγουδιών· (...) πρόκειται για ερωτικά, αισθηματικά και αρκετά νόστιμα τραγούδια, τα οποία με την παθιάρικη μουσική τους σκορπούν το άρωμα της πιο μεγάλης ψυχικής ομορφιάς απλότητας. (*)
  2. η εκτέλεση ερωτικών τραγουδιών στους δρόμους
  3. κρητικό δίστιχο ερωτικού περιεχομένου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]