πατρίκιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πατρίκιος πατρίκιοι
γενική πατρικίου πατρικίων
αιτιατική πατρίκιο πατρικίους
κλητική πατρίκιε πατρίκιοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατρίκιος < ελληνιστική κοινή πατρίκιος < λατινική patricius < pater < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *phtḗr (3. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική patricien)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πατρίκιος αρσενικό (θηλυκό: πατρικία)

  1. (ιστορία) Ρωμαίος της ανώτερης κοινωνικής τάξης
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: πληβείος
  2. (ιστορία) τίτλος βυζαντινού άρχοντα
  3. που ανήκει στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αριστοκράτης, άρχοντας, ευγενής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]