πατρονάρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατρονάρω < γαλλική patronner + -άρω < patron < λατινική patronus < pater < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ph₂tḗr

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.tro.'na.ro/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πατρονάρω (παθητική φωνή: πατρονάρομαι)

  • προστατεύω κάποιον (νομικά, οικονομικά κ.λπ.) ή τον κατευθύνω και τον ελέγχω (ενίοτε παρασκηνιακά και ιδιοτελώς)
    • δήθεν προστατεύω κάποιον περιορίζοντας όμως την αυτενέργειά του, τον καπελώνω βοηθητικά και κόβω τα φτερά του, δίνω βοηθητικές οδηγίες-ντιρεκτίβες σύμφωνα με το μυαλό μου και τις βλέψεις μου σε άλλον και δεν του αφήνω επαρκές περιθώριο/επαρκή περιθώρια (ώστε) να αναπτύξει την προσωπικότητά του, βοηθώ διαρκώς χωρίς να έχω επίγνωση πότε πρέπει να σταματήσω ώστε ο βοηθούμενος να δράσει αυτοβούλως

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]