πατσουλί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πατσουλί πατσουλιά
γενική πατσουλιού πατσουλιών
αιτιατική πατσουλί πατσουλιά
κλητική πατσουλί πατσουλιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατσουλί < γαλλική patchouli

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πατσουλί ουδέτερο άκλιτο

  1. είδος φυτού της Ινδίας
  2. το αιθέριο έλαιο που προέρχεται από το παραπάνω φυτό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]