παττιχακέφαλος
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παττιχακέφαλος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παττιχακέφαλος αρσενικό
- καρπουζοκέφαλος, που έχει μεγάλο κεφάλι
- (μεταφορικά) κακοκέφαλος
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σελ. 722 - Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄