παχύρρευστος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παχύρρευστος < παχύ- + ρευστός (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική dickflüßig[1] / dickflüssig)
Επίθετο
[επεξεργασία]παχύρρευστος
- που είναι πηχτός, που ρέει δύσκολα, αργά
- ※ Αυτές οι σοκολατερί της Αθήνας φτιάχνουν την τέλεια ζεστή σοκολάτα. Πυκνή, παχύρρευστη, γλυκόπικρη ή πιο γλυκιά, μαύρη, γάλακτος, λευκή, βιενουά, με ρούμι ή με πιπέρι καγιέν, η ζεστή σοκολάτα είναι συνώνυμη με τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. (www.kathimerini.gr, 10.01.2024)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- ιξώδης
- πυκνόρρευστος
- δύσρευστος (αρχαία ελληνική)
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παχύρρευστος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ παχύρρευστος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα παχύ- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)