παύλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παύλα < αρχαία ελληνική παῦλα < παύω

σύγκρινε με: παύση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παύλα θηλυκό

  1. σημείο στίξης που χρησιμοποιείται
    • σαν ενωτικό
    • για να δείξει ότι ξεκινάει άλλος ομιλητής
    • (όταν ακολουθεί δεύτερη παύλα στο τέλος της φράσης) κάτι εμβόλιμο στη σκέψη ή στην κουβέντα
  2. (κανονικές εκφράσεις) μεταχαρακτήρας που δηλώνει διάστημα σε ακολουθία αλφαβητικών ή αριθμητικών χαρακτήρων σε μια κλάση χαρακτήρων
    στη δήλωση της κλάσης χαρακτήρων αντί να γραφτούν ένα ένα όλα τα γράμματα της αλφαβήτου μπορεί να γραφτεί [a-z] χρησιμοποιώντας την παύλα ( - )
    δείτε επίσης: glob

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. τελεία και παύλα: δηλώνει οριστική απόφαση

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • παρόλο που η χρήση της λέξης στον καθημερινό λόγο περιλαμβάνει όλες τις μορφές της παύλας (και το μείον), στην τυπογραφία χρησιμοποιούνται διαφορετικές λέξεις
  • προφορικά χρησιμοποιείται για να δείξει την ύπαρξη του σημείου ως ενωτικού ανάμεσα σε δύο λέξεις που πρέπει να ληφθούν σαν μία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]