παύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παύω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpa.vo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παύ‐ω

Ρήμα 1[επεξεργασία]

παύω, αόρ.: έπαψα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (μεταβατικό) σταματάω, διακόπτω
  2. (αμετάβατο) τελειώνω
  3. (αμετάβατο) σταματάω
    πάψε πια!

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ρήμα 2[επεξεργασία]

παύω, αόρ.: έπαυσα/έπαψα, παθ.φωνή: παύομαι, π.αόρ.: παύθηκα/παύτηκα, μτχ.π.π.: παυμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Πηγές[επεξεργασία]