παύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παύω < αρχαία ελληνική παύω

Ρήμα[επεξεργασία]

παύω, πρτ.: έπαυα, στ.μέλλ.: θα πάψω, αόρ.: έπαψα

  1. (μεταβατικό) σταματώ, διακόπτω
  2. (αμετάβατο) σταματώ, τελειώνω
  3. (μεταβατικό) απολύω από την υπηρεσία δημόσιο υπάλληλο (παθητικό: παύομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]