παύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παύω < αρχαία ελληνική παύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παύω, παρατ.: έπαυα, στιγμ. μέλλ.: θα πάψω, αόρ.: έπαψα

  1. (μεταβατικό) σταματώ, διακόπτω
  2. (αμετάβατο) σταματώ, τελειώνω
  3. (μεταβατικό) απολύω από την υπηρεσία δημόσιο υπάλληλο (παθητικό: παύομαι)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]