Μετάβαση στο περιεχόμενο

πείνα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: πεῖνα, πῖνα, πίνα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πείνα οι πείνες
      γενική της πείνας
    αιτιατική την πείνα τις πείνες
     κλητική πείνα πείνες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πείνα < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική πεῖνα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpi.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πείνα
ομόηχο: πίνα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πείνα θηλυκό

  1. η ανάγκη ή επιθυμία για φαγητό
      Η Μερόπη γέλασε τρανταχτά και οι κόκκινες μπούκλες της ακολούθησαν με ρυθμό την κίνησή της, άφησε το ψητό στο τραπέζι και είπε, «ας φάμε, ξελιγώθηκα στην πείνα». Το ζευγάρι ένευσε καταφατικά και κάθησαν να φάνε. (Αναστασία Γιδάκου, Μια γυναίκα, δυο ζωές, εκδ. BookRix, 2023)
  2. (συνεκδοχικά) ισχυρή επιθυμία για κάτι που είναι σε έλλειψη
  3. η συνεχής έλλειψη τροφίμων και τα προβλήματα που προκαλούνται
     συνώνυμα: λιμός, ασιτία

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

στον πληθυντικό:

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]