πεζούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πεζούλα οι πεζούλες
      γενική της πεζούλας
    αιτιατική την πεζούλα τις πεζούλες
     κλητική πεζούλα πεζούλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεζούλα < πεζούλι + κατάληξη μεγεθυντικού

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεζούλα θηλυκό

  1. η αναβαθμίδα, κατασκευή τοίχου από ξερολιθιά που συγκρατεί το χώμα σε πλαγιές που καλλιεργούνται, καθώς και η όλη οριζόντια διαμόρφωση
    Οι κυριότεροι παράγοντες που συμβάλλουν στην αύξηση του κόστους παραγωγής είναι ο τεμαχισμός του κλήρου, το δύσβατο των περιοχών, το υψηλό κόστος μεταφοράς των απαραίτητων γεωργικών μηχανημάτων, οι υψηλές τιμές των φυτοπροστατευτικών ουσιών καθώς και η διατήρηση του παραδοσιακού τρόπου καλλιέργειας (π.χ. πεζούλες). (Εφημερίδα Το Βήμα, 11/4/2013)
    Κι η κόρη της πού να τα βρει; Από το καζάντι του πατέρα της με το επαρχιλίκι, ή από τις πέντε δέκα πεζούλες, που έχει προίκα της η μάνα στο χωριό; Άλλο δεν της μένει λοιπόν παρά πως να μπερδέψει κάποιον με την ομορφιά της και να σιγουρευτεί. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου/Α)
  2. πεζούλι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]