πεθαμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | πεθαμός | οι | πεθαμοί |
| γενική | του | πεθαμού | των | πεθαμών |
| αιτιατική | τον | πεθαμό | τους | πεθαμούς |
| κλητική | πεθαμέ | πεθαμοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πεθαμός αρσενικό
- (προφορικό, κυριολεκτικά) θάνατος
- (προφορικό, μεταφορικά) ό,τι μας κουράζει πολύ, μας βασανίζει
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- του πεθαμού (→ δείτε και την έκφραση του θανατά)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πεθαμός
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πεθαμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας