πειθαρχημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πειθαρχημένος πειθαρχημένη πειθαρχημένο
γενική πειθαρχημένου πειθαρχημένης πειθαρχημένου
αιτιατική πειθαρχημένο πειθαρχημένη πειθαρχημένο
κλητική πειθαρχημένε πειθαρχημένη πειθαρχημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πειθαρχημένοι πειθαρχημένες πειθαρχημένα
γενική πειθαρχημένων πειθαρχημένων πειθαρχημένων
αιτιατική πειθαρχημένους πειθαρχημένες πειθαρχημένα
κλητική πειθαρχημένοι πειθαρχημένες πειθαρχημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειθαρχημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πειθαρχώ (πείθομαι στις αρχές)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.θaɾ.çi.ˈmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πειθαρχημένος -η -ο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]