πειθαρχικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πειθαρχικός πειθαρχική πειθαρχικό
γενική πειθαρχικού πειθαρχικής πειθαρχικού
αιτιατική πειθαρχικό πειθαρχική πειθαρχικό
κλητική πειθαρχικέ πειθαρχική πειθαρχικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πειθαρχικοί πειθαρχικές πειθαρχικά
γενική πειθαρχικών πειθαρχικών πειθαρχικών
αιτιατική πειθαρχικούς πειθαρχικές πειθαρχικά
κλητική πειθαρχικοί πειθαρχικές πειθαρχικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειθαρχικός < αρχαία ελληνική πειθαρχικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πειθαρχικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την πειθαρχία ή αναφέρεται σ' αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) πειθαρχικό: συμβούλιο, όργανο ή σώμα, που τα μέλη του επιβάλλουν ποινές

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πειθαρχικός

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]