πειθαρχικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πειθαρχικός η πειθαρχική το πειθαρχικό
      γενική του πειθαρχικού της πειθαρχικής του πειθαρχικού
    αιτιατική τον πειθαρχικό την πειθαρχική το πειθαρχικό
     κλητική πειθαρχικέ πειθαρχική πειθαρχικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πειθαρχικοί οι πειθαρχικές τα πειθαρχικά
      γενική των πειθαρχικών των πειθαρχικών των πειθαρχικών
    αιτιατική τους πειθαρχικούς τις πειθαρχικές τα πειθαρχικά
     κλητική πειθαρχικοί πειθαρχικές πειθαρχικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειθαρχικός < αρχαία ελληνική πειθαρχικός

Επίθετο[επεξεργασία]

πειθαρχικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την πειθαρχία ή αναφέρεται σ' αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) πειθαρχικό: συμβούλιο, όργανο ή σώμα, που τα μέλη του επιβάλλουν ποινές

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πειθαρχικός αρσενικό

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]