πειθαρχικώς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειθαρχικώς < πειθαρχικός + -ώς

Επίρρημα[επεξεργασία]

πειθαρχικώς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]