πειθαρχώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειθαρχώ < αρχαία ελληνική πειθαρχέω (πείθομαι σε μία ἀρχή, σε μια εξουσία)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πειθαρχώ

  1. υπακούω σε εντολές που δέχομαι από κάποιον ανώτερο
  2. επιβάλλω στον εαυτό μου να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα, να κάνει κάτι ή να αποφύγει κάτι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]