πεινασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πεινασμένος πεινασμένη πεινασμένο
γενική πεινασμένου πεινασμένης πεινασμένου
αιτιατική πεινασμένο πεινασμένη πεινασμένο
κλητική πεινασμένε πεινασμένη πεινασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πεινασμένοι πεινασμένες πεινασμένα
γενική πεινασμένων πεινασμένων πεινασμένων
αιτιατική πεινασμένους πεινασμένες πεινασμένα
κλητική πεινασμένοι πεινασμένες πεινασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεινασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πεινάω και πεινώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πεινασμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: πεινάω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]