πειραγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πειραγμένος πειραγμένη πειραγμένο
γενική πειραγμένου πειραγμένης πειραγμένου
αιτιατική πειραγμένο πειραγμένη πειραγμένο
κλητική πειραγμένε πειραγμένη πειραγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πειραγμένοι πειραγμένες πειραγμένα
γενική πειραγμένων πειραγμένων πειραγμένων
αιτιατική πειραγμένους πειραγμένες πειραγμένα
κλητική πειραγμένοι πειραγμένες πειραγμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειραγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πειράζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πειραγμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: πειράζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]