πειρασμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πειρασμός πειρασμοί
γενική πειρασμού πειρασμών
αιτιατική πειρασμό πειρασμούς
κλητική πειρασμέ πειρασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειρασμός < αρχαία ελληνική πειρασμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ɾa.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πειρασμός αρσενικό

  1. η πρόκληση να κάνεις κάτι, ιδιαίτερα κάτι που συνεπάγεται ηδονή και είναι απαγορευμένο
  2. το αντικείμενο αυτής της πρόκλησης
    αυτό το παγωτό είναι ένας γλυκός πειρασμός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]