πειρατεία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πειρατεία πειρατείες
γενική πειρατείας πειρατειών
αιτιατική πειρατεία πειρατείες
κλητική πειρατεία πειρατείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειρατεία < πειρατεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πειρατεία θηλυκό

  • η πράξη της κλοπής όταν συμβαίνει στη θάλασσα
  • η αντιγραφή και διανομή μέσω του διαδικτύου ή με φυσικά μέσα αρχείων και προγραμμάτων, χωρίς άδεια, συνήθως σε μηδενική ή υπερβολικά χαμηλή τιμή
Η πειρατεία σκοτώνει τη μουσική βιομηχανία, είπε ο Τάκης και αντέγραψε το CD
  • η χρησιμοποίηση ή αναπαραγωγή της εργασίας κάποιου ατόμου χωρίς την έγκρισή του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]