πεισμωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πεισμωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πεισμώνω
Μετοχή
[επεξεργασία]πεισμωμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη πεισμώνω
- ※ Άλλοι όμως, πεισμωμένοι στην απιστία τους, βλέποντας τις αδελφές του Λαζάρου παραζαλισμένες από την ανέλπιστη χαρά τους, επωφελήθηκαν από τη γενική σύγχιση και έφυγαν απαρατήρητοι. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού. Κεφάλαιο ΜΒ, Λάζαρος, 1925)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πεισμωμένος
|
|