πειστήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πειστήριο τα πειστήρια
      γενική του πειστηρίου
πειστήριου
των πειστηρίων
    αιτιατική το πειστήριο τα πειστήρια
     κλητική πειστήριο πειστήρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειστήριο < αρχαία ελληνική πειστήριος < πείθω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πειστήριο ουδέτερο, (καθαρεύουσα) πειστήριον

  1. οποιοδήποτε κινητό πράγμα που πείθει για κάτι
  2. (νομικός όρος), (ανακριτική): οποιοδήποτε αντικείμενο που συντελεί στη βεβαίωση ή όχι τέλεσης αξιόποινης πράξης και κατ΄ επέκταση στην αθώωση ή την ενοχή κατηγορουμένου.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]