πειστήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πειστήριο πειστήρια
γενική πειστηρίου πειστηρίων
αιτιατική πειστήριο πειστήρια
κλητική πειστήριο πειστήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πειστήριο < αρχαία ελληνική πειστήριος < πείθω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πειστήριο ουδέτερο, (καθαρεύουσα) πειστήριον

  1. οποιοδήποτε κινητό πράγμα που πείθει για κάτι
  2. (νομικός όρος), (ανακριτική): οποιοδήποτε αντικείμενο που συντελεί στη βεβαίωση ή όχι τέλεσης αξιόποινης πράξης και κατ΄ επέκταση στην αθώωση ή την ενοχή κατηγορουμένου.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []


32πχ Μεταφράσεις[]