πειόσχημος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πειόσχημος < πι + -ό- + -σχημος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Επίθετο
[επεξεργασία]πειόσχημος, -η, -ο
- που έχει σχήμα πι
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πειόσχημος
|
|