πελασγικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πελασγικός < αρχαία ελληνική Πελασγικός
Επίθετο
[επεξεργασία]πελασγικός,ή,ο
- ο σχετικός με τον πρωτοελληνικό ή κατ' άλλους προελληνικό πολιτισμό στην περιοχή της Ελλάδας
- ο σχετικός με τους Πελασγούς