πελατεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πελατεία -
γενική πελατείας -
αιτιατική πελατεία -
κλητική πελατεία -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πελατεία < πελάτης < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική clientèle

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɛ.la.ˈti.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πελατεία θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. οι καταναλωτές ή οι αγοραστές των προϊόντων ενός καταστήματος, μιας επιχείρησης κ.λπ. ή οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ενός ελεύθερου επαγγελματία
    γιατρός με πελατεία από το χώρο των ηθοποιών
  2. οι άνθρωποι που υποστηρίζουν κάποιον με σκοπό να τους ανταποδώσει διάφορες εξυπηρετήσεις
    • εκλογική πελατεία : οι ψηφοφόροι ενός υποψηφίου ή ενός κόμματος που δίνουν την ψήφο τους με αντάλλαγμα διάφορες εξυπηρετήσεις


32πχ Μεταφράσεις[]