πελιδνός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πελιδνός πελιδνή πελιδνό
γενική πελιδνού πελιδνής πελιδνού
αιτιατική πελιδνό πελιδνή πελιδνό
κλητική πελιδνέ πελιδνή πελιδνό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πελιδνοί πελιδνές πελιδνά
γενική πελιδνών πελιδνών πελιδνών
αιτιατική πελιδνούς πελιδνές πελιδνά
κλητική πελιδνοί πελιδνές πελιδνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πελιδνός < αρχαία ελληνική πελιδνός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.lið.ˈnɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πελιδνός (λόγιο)

  1. κάτωχρος, κατάχλομος
    καὶ μετὰ συνεχῆ πυρετὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, καὶ μετὰ κόπου ἀναπνέων (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τ' αερικό στο δέντρο)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πελιδνός < πελιός < πελ(λ)ός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πελιδνός, -ή, -όν (& πελιτνός, -ή, -όν)

  1. μαυροκίτρινος, υποκίτρινος
  2. μελανιασμένος
    αἱ ἀποχρέμψιες αἱ ἐν τοῖσι πυρετοῖσι τοῖσι μὴ διαλείπουσιν, αἱ πελιδναὶ, καὶ αἱματώδεες, καὶ δυσώδεες, καὶ χολώδεες, πᾶσαι κακαί (Ἱπποκράτης, Ἀφορισμοί, 4, 47)
  3. μπλαβιασμένος
  4. πελιδνός
  5. χλομός
  6. ωχρός

Δείτε επίσης[επεξεργασία]