πελτές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πελτές πελτέδες
γενική πελτέ πελτέδων
αιτιατική πελτέ πελτέδες
κλητική πελτέ πελτέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πελτές < τουρκική pelte

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πελτές αρσενικό (και μπελτές, μπελντές)

  1. συμπυκνωμένος πολτός ντομάτας, ελαφρά αλατισμένος για να συντηρείται
  2. (παρωχημένο) μαρμελάδα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]