πελότα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πελότα πελότες
γενική πελότας (πελοτών)
αιτιατική πελότα πελότες
κλητική πελότα πελότες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. πελότα < γαλλική pelote
  2. πελότα < ιταλική pelota < ισπανική pelota

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πελότα θηλυκό

  1. μικρό στρογγυλό ή τετράγωνο μαξιλαράκι, συνήθως με βάση, που χρησιμοποιείται για να καρφιτσώνουμε τις βελόνες και τις καρφίτσες, ώστε να τις έχουμε πρόχειρες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βελονοθήκη
  2. είδος παιχνιδιού ισπανικής προέλευσης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]