πελώριος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | πελώριος | η | πελώρια | το | πελώριο |
| γενική | του | πελώριου | της | πελώριας | του | πελώριου |
| αιτιατική | τον | πελώριο | την | πελώρια | το | πελώριο |
| κλητική | πελώριε | πελώρια | πελώριο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | πελώριοι | οι | πελώριες | τα | πελώρια |
| γενική | των | πελώριων | των | πελώριων | των | πελώριων |
| αιτιατική | τους | πελώριους | τις | πελώριες | τα | πελώρια |
| κλητική | πελώριοι | πελώριες | πελώρια | |||
| ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πελώριος < αρχαία ελληνική πελώριος < πέλωρ, «τέρας»
Επίθετο
[επεξεργασία]πελώριος, -α, -ο
- του οποίου οι διαστάσεις είναι εξαιρετικά μεγάλες
- ※ Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)