πεντάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεντάρα πεντάρες
γενική πεντάρας
αιτιατική πεντάρα πεντάρες
κλητική πεντάρα πεντάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεντάρα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεντάρα θηλυκό

  1. παλαιότερο νόμισμα πέντε λεπτών
  2. (ειρωνικά) σύνολο πέντε ομοειδών πραγμάτων, πεντάδα
    φάγαμε μια πεντάρα (είτε αποβολή πέντε ημερών είτε φυλάκιση πέντε ημερών ή μηνών ή ετών είτε πέντε γκολ κλπ.)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μιας πεντάρας ή της πεντάρας: ευτελούς, σχεδόν μηδαμινής, αξίας
  • πεντάρα τσακιστή: τίποτε

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]