πεντάρφανος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεντάρφανος < μεσαιωνική ελληνική παντόρφανος < πᾶν + ὀρφανός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πεντάρφανος

  1. που είναι ορφανός και από πατέρα και από μητέρα

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • χαρακτηρισμός που δίνεται συνήθως μόνο σε μικρής ηλικίας άτομα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]