πεντάφυλλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεντάφυλλος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

πεντάφυλλος, -η, -ο

  1. που αποτελείται ή καταλαμβάνει πέντε φύλλα
    πεντάφυλλη μελέτη
    πεντάφυλλο άρθρο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]