πεντζέχρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεντζέχρι πεντζέχρια
γενική πεντζεχριού πεντζεχριών
αιτιατική πεντζέχρι πεντζέχρια
κλητική πεντζέχρι πεντζέχρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεντζέχρι < τουρκική panzehir < περσική پادزهر (pâdzahr) < پاد ‎(pâd-: προστασία) + زهر ‎(zahr: δηλητήριο, φαρμάκι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεντζέχρι ουδέτερο

  1. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) σβώλος που σχηματίζεται στο πεπτικό σύστημα φυτοφάγου ζώου και έχει δημιουργηθεί από την τροφή, διάφορες τρίχες καθώς και τα πεπτικά υγρά
  2. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) (κατ’ επέκταση) αντίδοτο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]