πεπειραμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πεπειραμένος πεπειραμένη πεπειραμένο
γενική πεπειραμένου πεπειραμένης πεπειραμένου
αιτιατική πεπειραμένο πεπειραμένη πεπειραμένο
κλητική πεπειραμένε πεπειραμένη πεπειραμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πεπειραμένοι πεπειραμένες πεπειραμένα
γενική πεπειραμένων πεπειραμένων πεπειραμένων
αιτιατική πεπειραμένους πεπειραμένες πεπειραμένα
κλητική πεπειραμένοι πεπειραμένες πεπειραμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεπειραμένος < αρχαία ελληνική πεπειραμένος, μετοχή παρακειμένου του πειράομαι - πειρῶμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πεπειραμένος, -η, -ο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]